Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Ο Σαρκαστής και ο Φευγάτος 6

Γράφει ο Νίκος Καραγιάννης

Η ημέρα φανερώθηκε πίσω από τα βουνά που έκλειναν το λεκανοπέδιο. Η ομίχλη του πρωινού, πυκνή στην αρχή, άρχισε να διαλύεται πολύ αργά. Όλη τη νύχτα, μέσα στο κοινοβούλιο, οι βουλευτές των μνημονίων, ψήφιζαν μετά μανίας τον ένα μετά τον άλλον τους εφαρμοστικούς νόμους της δεύτερης δανειακής σύμβασης, που έδεναν την πατρίδα χειροπόδαρα κι άφηναν τους φτωχούς πολίτες χωρίς συντάξεις και μισθούς. Και πριν διαλυθεί τελείως η ομίχλη, ακροπατώντας σαν τους συνωμότες, εκτός από έναν που σερνόταν, αποχώρησαν, αφήνοντας πίσω τους το χάος και την καταστροφή. Άφησαν πίσω τους πέντε χιλιάδες πεντακόσια «ναι» κι ένα κουτάκι πεσμένο κάτω από το ......
κάθισμα του υπουργού της δόκιμης υγείας. Είχε σχήμα μακρόστενο με κάτι γράμματα επάνω του ακαταλαβίστικα. Τι είχε συμβεί; Κατά τις τρεις τα ξημερώματα, ο υπουργός, ίσως από τις πολλές σκέψεις, κανένας δεν γνωρίζει την αιτία, ένιωσε στην αρχή ένα σφίξιμο στο κεφάλι και μετά ανυπόφορο πονοκέφαλο. Χωρίς να καθυστερήσει, έκανε μια γρήγορη κίνηση, να έτσι, και έβγαλε το μακρόστενο κουτάκι από την τσέπη του σακακιού. Προσπάθησε να διαβάσει τις ενδείξεις – μάλλον τη δοσολογία ήθελε ο άνθρωπος - αλλά ως γνωστόν δεν γνώριζε αν αυτά που ήταν τυπωμένα επάνω του, ήταν ινδοευρωπαϊκά, σανσκριτικά, της σφηνοειδούς γραφής, της γραμμικής άλφα, της γραμμικής βήτα… «Δεν βαριέσαι» είπε με τον νου του και άδειασε το περιεχόμενο στο χέρι του, «… για τον πονοκέφαλο είναι, από τα καινούργια, τα γενόσημα», πρόσθεσε γεμάτος ικανοποίηση. Από το κουτί βγήκαν δυο πράματα σε σχήμα κοφτού μακαρονιού, γλοιώδη στην αφή με μια τρύπα να στη μέση και σε ένα χρώμα ροδακινί με πράσινα στίγματα. Έκανε άλλη μια κίνηση, κάπως έτσι, τα κατάπιε, ήπιε μισό ποτήρι νερό από πάνω και περίμενε γεμάτος αγωνία για το αποτέλεσμα. Είναι αλήθεια πως λόγω του ευσυγκίνητου του χαρακτήρα του, και λόγω του ότι πρόσφερε θυσία τον εαυτό του στην επιστήμη της φαρμακολογίας, χωρίς να το διατυμπανίζει, μόνος, ολομόναχος, μια μικρή σχεδόν διαφανής σταγόνα μύξας, κρεμάστηκε στην άκρη της μύτης του. Στην αρχή δεν έγινε τίποτα. Μετά από λίγο σκάσανε δυο τρεις σταγόνες ιδρώτας στο κούτελο…Κι ω του θαύματος πάει ο πονοκέφαλος. «Γαμάτα φάρμακα», είπε σιγανά γεμάτος αυταρέσκεια αλλά και ανακούφιση. «Ουφ» και σκούπισε τη σταγόνα της μύξας με την ανάστροφη του χεριού. Η συνεδρίαση της συνωμοσίας των δοσίλογων τελείωσε και σηκώθηκαν να φύγουν. Είναι αλήθεια πως ο υπουργός υγείας, ένιωθε μια επιταχυνόμενη αστάθεια στο βάδισμα, κι αυτός ήταν που σερνόταν μέσα στην ομίχλη του πρωινού. Πίσω, στην άδεια αίθουσα της ολομέλειας, μπήκαν δυο καθαρίστριες προερχόμενες από την μακρινή Ινδία, δόκιμες της Ελληνικής ιθαγένειας, με τις σκούπες και τους κουβάδες τους. Η μια έσκυψε και σήκωσε το πεσμένο κουτάκι, το άνοιξε, έλειπε το περιεχόμενο. Τότε στράφηκε έκπληκτη στην άλλη και της είπε συνωμοτικά αλλά στα άπταιστα ινδικά:
- Έχει εδώ μέσα ελέφαντες; Αυτό το φάρμακο, στην πατρίδα, το δίνουμε στους ελέφαντες όταν δεν μπορούν να χέσουν και κάνουν κάτι μπάφλες σαν ταψιά.
Έξω στην πλατεία με τις χαρτόκουτες, ο Φευγάτος ανεβασμένος στο πεζούλι, κοιτούσε πέρα μακριά τον ορίζοντα.
- Ωραία μέρα, είπε, μόνο εκείνα τα σύννεφα με τρομάζουν, που στέκουν επάνω από την Κούλουρη.
- Σιγά μη βλέπεις τη Σαλαμίνα από δω. Είπε ο Σαρκαστής και χασμουρήθηκε.
- Δεν σου μυρίζει κάτι βαρύ, κάτι ζωώδες; Είπε και πάλι ο Φευγάτος και μύρισε τον ψυχρό ακόμα άνεμο.
- Έχεις δίκιο, σαν να πέρασε ολόκληρο κοπάδι από ελέφαντες και κατάχεσαν τον τόπο. Είπε ο Σαρκαστής μυρίζοντας κι αυτός τον άνεμο.
- Από τότε που ο δοσίλογος μας έβαλε με το στανιό στο Δ.Ν.Τ, είπε ο Φευγάτος, παράξενα γεγονότα συμβαίνουν στην πατρίδα. Συνταγματολόγοι, μεταλλάσσονται και γίνονται οικονομολόγοι άνευ διδασκάλου, συνταγματολόγοι μεταμορφώνονται σε φαρμακοτρίφτες, οι νεοδημοκράτες, όσοι απόμειναν, μπαίνουν και βγαίνουν στο κοινοβούλιο με τα χέρια κάτω και τα πόδια ψηλά, οι πασόκοι γίνονται αριστεροί και πάνε στον Κουβέλη, ο Κουβέλης παίρνει τη Μιμή για να μην τον πουν παραδοσιακό αριστερό, η Μιμή αν και μητριά, παρατάει τον πρόγονό της, και μόνο η Αλέκα μένει σταθερή και κάνει την ίδια διαδρομή σαν σιδηρόδρομος Ομόνοια – Ναός Ολύμπιου Δία όπου και τέρμα τα δίφραγκα. Και μυρουδιές, πολλές μυρουδιές, παράξενες μυρουδιές και τώρα μυρουδιές από ελέφαντες…Κοντεύει να μου φύγει το κεφάλι.
Ο Σαρκαστής χαμογέλασε.
- Εκτός από αποικία, καταντήσαμε και ζούγκλα με άγρια πολιτικά θηρία. Είπε.
Τότε το πλαστικό κάλυμμα του αυτοσχέδιου αντίσκηνου, που στεκόταν λίγο πιο πέρα, άνοιξε, κι ένας, ίδιος με τους δυο, άνεργος άστεγος, και πεινασμένος κι αυτός, πρόβαλε και τεντώθηκε. Φορούσε ένα μαύρο σκουφί μέχρι τα φρύδια.
- Ο Μητσάρας, είπε ο Φευγάτος.
- Πού είναι; Μητσάρα, φώναξε ο Σαρκαστής, τι κάνεις, σου πέρασε η πνευμονία;
- Καλύτερα είμαι, είπε ο Μητσάρας και τους χαμογέλασε. Ρε ‘σεις στο νοσοκομείο που με πήγαν, ήταν ένας Γερμανός, και μετρούσε, αϊνς τσβαϊ ντράϊ…
- Τι μετρούσε ρε;
- Τα δεκάλεπτα που είχα στην τσέπη μου. Τα έβγαλε δύο κι εξήντα, είπε δυνατά «φυρφ», και μου έριξαν τέσσερις βεντούζες, για τόσο έφταναν τα λεφτά μου. Αλλά μόλις έστριψε ο Γερμανός, μου έδωσαν κρυφά από τα καινούργια φάρμακα που κουβαλάει ο Λομβέρδος από τις εξωτικές χώρες. Ρε ‘σεις, δεν θα το πιστέψετε, είναι θαυματουργά, αν και έχουν μερικές παρενέργειες.
- Παρενέργειες; Αμάν.
- Τίποτα το σοβαρό, είπε ο Μητσάρας. Μου έπεσε ο πυρετός αλλά μαζί πέσανε και τα αυτιά μου. Να, δείτε τα - κι έβγαλε τον σκούφο - έχουν γίνει σαν του Βουρλούμη.
Δυο αυτιά σε έκταση, έκαναν αγνώριστο τον Μητσάρα.
- Αν είναι μόνο αυτό δεν πειράζει, είπε ο Σαρκαστής. Τώρα μπορείς να γίνεις μέλος της λέσχης Μπίλντεμπεργκ, έχεις όλα τα εχέγγυα.
- Είναι και κάτι ακόμη. Είπε ο Μητσάρας.
- Παρενέργεια;
- Τίποτα το σοβαρό, εξαφανίστηκε κι ο αφαλός μου, έχω γίνει πρωτόπλαστος.
- Ρε Μητσάρα, ρώτησε ο Σαρκαστής, σε ξαπλώσανε σε κρεβάτι, σε ράντζο;
- Κρεβάτι…Ράντζο…Καβαλικευτά σε καρέκλα με είχαν και κάθε τόσο μου ξεγύμνωναν την πλάτη και μου έλεγαν να βήξω. Είπε και χώθηκε μέσα στο αυτοσχέδιο αντίσκηνο.
Ο Σαρκαστής στράφηκε και κοίταξε τον Φευγάτο. Ο Φευγάτος κοίταζε το Σαρκαστή. Δεν μίλησαν, δεν είπαν τίποτα, εκεί στην πλατεία με τις χαρτόκουτες, τα πλαστικά αυτοσχέδια αντίσκηνα και την απέραντη θλίψη. Κι άρχισε να περνάει η ακίνδυνη πρωινή πορεία, της μονολιθικότητας του Περισσού, φωνάζοντας ρυθμικά το ίδιο σύνθημα που φώναζε εδώ και δυο χρόνια., «Την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία», θυμίζοντας σκηνή από την ταινία Μετρόπολις του Φριτς Λανγκ.
- Ούτε μια μούντζα δεν ρίχνουν προς τη Βουλή, είπε ο Φευγάτος.
- Θα είναι η Αλέκα μέσα, είπε ο Σαρκαστής. Κάνει; Δεν κάνει…

1 σχόλια:

  1. Συγχαριτηρια κ.Καραγιαννη.
    Αναλογιζομαι την ωρα που θα σαρκαζουμε κι εμεις
    οταν θα φευγουν οι εν θεματι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή